Τζένη Μανάκη - Για την Ελίζα

eliza

«Πώς εξοφλείται μία χαμένη ζωή, πώς οι χιλιάδες χαμένες ζωές των επιζώντων και των επιγόνων τους; Πόσο θαρραλέα, χωρίς δειλίες, παλινωδίες και λησμοσύνη πρέπει να ζήσει κανείς μετά από τέτοιες εμπειρίες; Άραγε πέρασε ποτέ η σκέψη αυτή από τον νου των επιζώντων δολοφόνων;»

Πέρασαν 70 χρόνια από τότε που οι Εβραίοι της Ελληνικής Ισραηλίτικης κοινότητας έφυγαν με τα τρένα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, για το άγνωστο. Για τον θάνατο. Άλλοι επέστρεψαν βρίσκοντας την περιουσία τους αφανισμένη. Καταπατημένη. Και ξανά έχτισαν τη ζωή τους από την αρχή. Χωρίς να μιλούν γι αυτά που είδαν. Ήθελαν να ξεχάσουν. Είχαν δικαίωμα να μην μιλήσουν; Να μη μάθουμε; Όχι. Το αυγό του φιδιού βρίσκει την ευκαιρία να εκκολαφθεί. Σε όλη την Ευρώπη βλέπουμε ότι τα ακροδεξιά κόμματα απλώνουν τα πλοκάμια τους. Και τα θύματα είναι τα νέα παιδιά που ανημέρωτα για όσα έπραξαν οι Ναζί, εισχωρούν στους κόλπους τους. Διαβάσαμε αρκετά βιβλία τώρα τελευταία για αυτά που έπαθαν στο Νταχάου και το Άουσβιτς. Είτε από μαρτυρίες των ίδιων, είτε γραμμένα από τους απόγονους, είτε από συγγραφείς που αγωνιούν για την εξάπλωση του φασισμού και του Ναζισμού στην χώρα μας . Άνοιξαν στόματα και καταγράφτηκαν. Έχουν παραχθεί ταινίες για όσους δεν διαβάζουν. Η ιστορία πρέπει να γράφεται, να προβάλλεται για τους επόμενους, να μην ξεχαστεί.

Μετά το συγκλονιστικό βιβλίο λοιπόν του Λέοντα Ναρ «Ξανά στη Σαλονίκη» που διάβασα πρόσφατα, για το τι βρήκαν στην επιστροφή τους οι διασωθέντες στην Θεσσαλονίκη, έρχεται η συγγραφέας Τζένη Μανάκη με το νέο της βιβλίο «Για την Ελίζα» από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, να με καθηλώσει «ρουφώντας» τις σελίδες του βιβλίου της. Ένα βιβλίο που η άριστη γλώσσα της, οι δομημένοι και τόσο ζωντανοί ήρωες της με βοήθησε να ταυτιστώ μαζί τους και να ζήσω την καθημερινότητα τους. Δεν θα σταθώ τόσο πολύ στους ήρωες αλλά στο ότι η συγγραφέας τους απέδωσε τόσο όμορφα ψυχογραφικά. Με γοήτευσε και ζήλεψα τη γραφή της. Διείσδυσε εκ βαθέων στη ψυχή των ηρώων, τους έβγαλε στην επιφάνεια τα καλά και τα κακά του χαρακτήρα τους, τους γύμνωσε μπροστά στα μάτια των αναγνωστών ώστε κι αυτοί με την σειρά τους να μπουν και να βιώσουν τα ψυχολογικά τους σκαμπανεβάσματα. Μας μίλησε για την ουσιαστική ελευθερία, για το αν υπάρχει μέσα στις οργανωμένες κοινωνίες και για τους αγώνες που συνεχίζονται. Δικαιώνονται αλήθεια ποτέ οι αγώνες;

Σελ 301 «Δεν πρέπει να μένουμε μόνο στα συναισθήματα και στη ρητορική διατύπωση των ιδεών μας αλλά στην πρακτική τους άσκηση μέσα στη ζωή. Να παλεύουμε για τις αξίες μας. Όμως παρασυρόμαστε. Ακολουθούμε σαν αγέλη έτοιμοι όλοι να υπηρετήσουμε μια φρέσκια ιδέα που προπαγανδίζεται με μαεστρία και απορρίπτουμε εκείνη για την οποία επαναστατήσαμε…» Αλήθεια υπάρχουν αξίες που πρέπει να μείνουμε σταθεροί σ’ αυτές χωρίς να παρασυρθούμε. Ένας προβληματισμός που πρέπει να απασχολήσει όλους μας. Η Ελίζα έκανε ακριβώς αυτό που περιμέναμε από εκείνη. Να καταγράψει στις λευκές σελίδες την ιστορία της. Μέσα στη θλίψη της κατάφερε να μεταδώσει στην Λούνα όσα τράβηξε. Το θεώρησε χρέος να τα αφήσει στην Λούνα. Να μάθει την αλήθεια. Να αφήσει τα αποτυπώματα της και να δει η αλήθεια φως. Από αυτά τα μπερδεμένα λόγια γνώρισε η Λούνα την μητέρα της. Τρομάζει μ’ αυτά που μαθαίνει. Αυτά που έζησε, για το νούμερο που γράφτηκε ανεξίτηλα στο μπράτσο της και τη σημάδεψε. Γιατί τα κρατούσε κρυφά από τη Λούνα; Ποιο ήταν το μυστικό; Προσπάθησε να αποφορτιστεί και να εκτονώσει όλο αυτό το δράμα από τα εσώψυχα της. Η βαριά κληρονομιά θα της σταθεί εμπόδιο ή θα προχωρήσει;

«Ο φασισμός διέλυσε την οικογένεια μου, μου κληροδότησε όλο αυτό το αφύσικο βάρος των συνεπειών του κι εγώ προσπαθούσα να ξεφύγω με όχημα την τέχνη και τη λογοτεχνία. Να ζω μέσα από τις ζωές των χάρτινων ηρώων, για να αντέχω»

Μιλά για τους Ναζί που το κακό υπάρχει μέσα στην ψυχή τους, δεν αφήνουν να εισχωρήσει η αγάπη και η κατανόηση στη ψυχή τους και δηλητηριάζονται. Κι επειδή τόσο δηλητήριο δεν χωρά στο είναι τους εκτός τις ζωές τους καταστρέφουν και των άλλων. (σελ.153). Μετά τον θάνατο της Ελίζας, η Λούνα αποφάσισε να γνωρίσει τον πατέρα της, την οικογένεια της μητέρας της στη Ζυρίχη όπου και αντίκρισε τον ναζισμό σε πρόσωπα που ούτε καν το φανταζόταν.

Έπρεπε να λύσει τα ατέλειωτα γιατί. Το μεγάλο οικογενειακό μυστικό, το μονοπάτι που θα διαβούν οι αναγνώστες για να το μάθουν είναι πολύ καθηλωτικό, Εκείνη η καταχωνιασμένη φωτογραφία με το ναζιστικό περιβραχιόνιο και η ημερομηνία «Berlin 1936», το μίσος της μητέρας της που ποτέ δεν μιλούσε θα τους ταξιδέψουν στο σκοτεινό παρελθόν.

Το διάβασα με μια ανάσα. Καλοτάξιδο να είναι Τζένη Μανάκη κι ας ευχηθούμε οι αναγνώστες να μην επιτρέψουν να χαθεί η μνήμη, να μην ατονίσουν τα συναισθήματα και οι εικόνες να μην γίνουν θολές γιατί το οφείλουμε σε εκείνους τους ανθρώπους-θύματα του ναζισμού.

«Είμαι η Ελίζα, θύμα της θηριωδίας των ναζιστών και ζητάω απεγνωσμένα δικαίωση για τη χαμένη νιότη μου, για τη σκυτάλη της θλίψης που άθελα παραδίνω στο ίδιο μου το παιδί».

«Δεν θέλω πια να σιωπώ, ούτε να ψιθυρίζω, μηρυκάζοντας ενδόμυχα τον πόνο που μου προκάλεσαν. Θέλω να κραυγάσω, να μη επιτρέψει ποτέ πια η ανθρωπότητα να γονιμοποιηθεί και πάλι το δηλητηριώδες φίδι, αλλά δεν είμαι βέβαιη αν φταίνε οι δυνάμεις που μ’ εγκαταλείπουν και βυθίζομαι σ’ αυτή την άλαλη οργή ή η συνειδητοποίηση ότι κανείς δεν ακούει».

«Ήθελα να τη διαβεβαιώσω ότι ποτέ πια δεν θα επιτρέπαμε να γιγαντωθεί το τέρας που κατάστρεψε εκατομμύρια ανθρώπους. Ήταν ακόμη η εποχή που δεν είχε ραγίσει το τσόφλι του αυγού του φιδιού. Πάντα ο άνθρωπος θέλει να διατηρεί την παράλογη ελπίδα ότι δεν θα επαναληφθεί η ίδια συμφορά….»